ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

 
Δε θα μιλήσω για τη θέση της πόντιας γυναίκας τα πέτρινα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, όπου οι συνθήκες επέβαλλαν να είναι καταδικασμένη μέσα στο σπίτι, ούτε για τα σκληρά και απαράδεκτα, για την εποχή μας πλέον, έθιμα, όπως το μάσς, που επιβλήθηκαν ως όπλα επιβίωσης, αλλά και ανδροκρατούμενης αντίληψης. Δε θα μιλήσω επίσης για την σταδιακά θετική αλλαγή του γυναικείου κινήματος μετά τις μεταρρυθμίσεις των Χάττι Σερίφ(1839) και Χάττι Χουμαγιούν(1856), ιδιαίτερα στον αστικό κύκλο, με την ίδρυση των παρθεναγωγείων, των αστικών σχολών, αλλά και των σχολείων σε όλη την περιφέρεια του Πόντου. Δε θα μιλήσω ακόμη για τη Μέριμνα Ποντίων Κυριών, το καύχημα του ποντιακού ελληνισμού. Σήμερα θα σταθώ μόνο στο δράμα των Ελληνίδων γυναικών του Πόντου την περίοδο της γενοκτονίας 1916-1923. Την εισήγηση μου αφιερώνω στον Υπουργό Παιδείας κ. Φίλη.
 
 
Το τέλος των βαλκανικών πολέμων, ο καθορισμός των συνόρων και η υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου από τις ενδιαφερόμενες χώρες, είχαν ως αποτέλεσμα την εθνολογική ανακατάταξη των βαλκανικών λαών και τη δημιουργία του προσφυγικού Ζητήματος. Η απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Νεότουρκους και από τις επεκτατικές βλέψεις της Βουλγαρίας, προκάλεσαν ισχυρό ρεύμα μετακίνησης ελληνικών πληθυσμών από τα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας στα νεοαποκτηθέντα ελληνικά εδάφη.
 
 
Mε την άλωση της Πόλης, και της Tραπεζούντας 8 χρόνια αργότερα, το 1461, έκλεισε το πρώτο μέρος του κεφαλαίου της ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού. Πολλοί Έλληνες των πλούσιων παραλιακών πόλεων και των χωριών, για να σωθούν, πήραν το δρόμο της εξόδου και της προσφυγιάς. Άλλοι μετοίκησαν στα παράλια της μεσημβρινής και νότιας Pωσίας, άλλοι στις παραδουνάβιες περιοχές, χτίζοντας καινούργιες ελληνικές πόλεις, καινούργια πολιτισμικά κέντρα, τα οποία αργότερα δέχονταν στοργικά κάθε καταδιωγμένο Έλληνα.
 
 
Είναι στιγμές που η σκέψη εξασθενεί μπροστά στην ανάμνηση των βιωμένων εμπειριών που μας χάρισε η πένα ενός συμπατριώτη, του Φίλωνα του Κτενίδη. Και τότε η φαντασία καλπάζει αχαλίνωτη στις απόκρυφες γωνιές της μνήμης και οικοδομεί έναν κόσμο γεμάτο φως: τον κόσμο των θεατρικών έργων του. Πνιγμένοι λοιπόν από συγκίνηση ζωντανεύομε μέσα μας με νοσταλγία τον χαμένο παράδεισο του Πόντου: τα γκρεμισμένα κάστρα, το κελάρυσμα των νερών του Πυξίτη, το κελάηδισμα των πουλιών στα ποντιακά παρχάρια, τη λαλιά των ανθρώπων που εναρμονίζονται με τον χώρο με μια μαγευτική σαγήνη. Και αφήνομε την αχλύ του χρόνου να τυλίγει την καθημερινότητα μας με αυτή την γοητευτική ανάμνηση, που είναι γλυκιά μαζί και πικρή...